δείπνηστος

δείπν-ηστος, ,
A meal-time, Od.17.170;

δ. ἀκρόνυχος Nic.Th. 761

(v.l. -ητός). (Acc. to some Gramm., δειπνηστός (sc. καιρός) = meal-time, δείπνηστος = meal, Eust.1814.36.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δείπνηστος — και δειπνηστός, ο (Α) η ώρα τού δείπνου, τού βραδινού φαγητού. [ΕΤΥΜΟΛ. < δείπνον + (θ.) εδ (του ρ. εσθίω «τρώγω» πρβλ. άρι σ τον*). Το η τού τύπου είναι προϊόν τού νόμου της εκτάσεως εν συνθέσει (πρβλ. δορπ ηστός)] …   Dictionary of Greek

  • δείπνηστος — meal time masc nom sg δεί̱πνηστος , δειπνηστός masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνηστός — δεῑπνηστός , δειπνηστός masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείπνο — το και δείπνος, ο (AM δεῑπνον, το και δεῑπνος, ο) 1. το βραδινό φαγητό («κι ανέγνοιος εκοιμούντονε, το δείπνο να χωνέψει» «ἔχουσι γεῡμα θλιβερόν, δεῑπνον ὀνειδισμένον» «χωρεῑν ἐπὶ δεῑπνον») 2. η ώρα τού βραδινού φαγητού (α. «θα γυρίσουμε κατά το… …   Dictionary of Greek

  • δειπνηστύς — ( ύος), η (Α) η ώρα του δείπνου. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού δείπνηστος*] …   Dictionary of Greek

  • δειπνιστός — δειπνιστός, ο (Α) [δειπνίζω] ο δείπνηστος …   Dictionary of Greek

  • ed- (*heĝh-) —     ed (*heĝh )     English meaning: to eat, *tooth     Note: From an older root (*heĝh ) derived Root ed (*heĝh ): “to eat, *tooth” and Root ĝembh , ĝm̥bh : “to bite; tooth”     Deutsche Übersetzung: “essen”     Note: originally athematic,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.